Στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας που πλήττει τον κλάδο της Κοινωνικής Εργασίας στη χώρα μας, των περικοπών στο δημόσιο τομέα, της αποδυνάμωσης του κράτους πρόνοιας με ταυτόχρονη κρίση των θεσμών και αξιών, των έντονων ανισοτήτων και των συγκρουόμενων κοινωνικά συμφερόντων, φαίνεται να ξεθωριάζει η γραμμή διάκρισης του επαγγελματικού ρόλου που διαχωρίζει τους κοινωνικούς λειτουργούς από τους εξυπηρετούμενους. Οι πτυχιούχοι κοινωνικοί λειτουργοί είναι και οι ίδιοι εν δυνάμει εξυπηρετούμενοι και πολλοί από αυτούς ζουν σε συνθήκες φτώχειας και ανασφάλειας, ακόμα και οι εργαζόμενοι σε συνθήκες επισφαλούς εργασίας. Το «πρότυπο» του κοινωνικού λειτουργού που προάγει την κοινωνική προσαρμογή, την επαγγελματική επιτυχία, την πολιτική ουδετερότητα φαίνεται αναχρονιστικό. Η κοινωνική αλλαγή που προωθεί η Κοινωνική Εργασία σε προπτυχιακό επίπεδο οφείλει επαναπροσδιορισμό και αξιολόγηση, και αναζήτηση σύγχρονων, καινοτόμων και ριζοσπαστικών μεθόδων για την άσκηση του επαγγέλματος, ώστε να κατοχυρώνεται ο χειραφετητικός και παρεμβατικός χαρακτήρας της Κοινωνικής Εργασίας στο σύγχρονο περιβάλλον.
Οι ραγδαίες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές στην Ευρώπη και την Ελλάδα απαιτούν την επικαιροποίηση των γνώσεων και δεξιοτήτων των κοινωνικών λειτουργών και την προσαρμογή τους σε μία ραγδαία εξελισσόμενη κοινωνία σε τομείς όπως η ανεργία, η μείωση του εισοδήματος και η φτώχεια, οι μαζικές μετακινήσεις και το προσφυγικό, οι νέες μορφές εγκληματικότητας, το δημογραφικό πρόβλημα και η φροντίδα του αυξανόμενου αριθμού ηλικιωμένων, οι μονογονεϊκές οικογένειες και οι νέες ευάλωτες ομάδες. Η άσκηση της Κοινωνικής Εργασίας προϋποθέτει κοινωνικούς λειτουργούς που αντιλαμβάνονται το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής τους και επιδιώκουν την κοινωνική δικαιοσύνη. Δεξιότητες όπως κριτική ικανότητα, θεωρητική κατάρτιση και συστηματική δράση θεωρούνται απαραίτητες για την επίτευξη αυτή και οφείλουν να είναι συνυφασμένες με το ακαδημαϊκό γνωστικό αντικείμενο.