Η υιοθεσία είναι μεταβαλλόμενος θεσμός ως προς τη φιλοσοφία της, τις αρχές της και την πρακτική της και εξελίσσεται διαχρονικά ανάλογα με τα ισχύοντα σε κάθε τόπο κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα.
Η φιλοσοφία και η πρακτική της υιοθεσίας στη χώρα μας όπως και σε όλο το Δυτικό κόσμο, ανταποκρίθηκαν στην ανάγκη επίλυσης του κοινωνικού προβλήματος που δημιουργείτο από τη συμπεριφορά και τις συνθήκες ζωής των τριών πρωταγωνιστών της: της ανύπαντρης μητέρας που παρέκλινε από τα αποδεκτά ήθη με τη γέννηση παιδιού εκτός γάμου, του παιδιού που έφερε το στίγμα και τη ντροπή των συνθηκών γέννησής του και της εγκατάλειψής του από τη μητέρα του και τέλος του ζευγαριού που λόγω της αδυναμίας του να τεκνοποιήσει, απειλείτο ή βίωνε κοινωνικό στίγμα.
Υπό ορισμένες κοινωνικές συνθήκες, η υιοθεσία προσφέρει τη μοναδική λύση ομαλοποίησης του κοινωνικού αυτού προβλήματος καλύπτοντας ταυτόχρονα τις ανάγκες των τριών μερών της. Εξασφαλίζει μόνιμο και ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον σε ένα παιδί, δίνει λύση στο ψυχοκοινωνικό πρόβλημα της ανύπαντρης μητέρας και της μόνης μητέρας καθώς και στο πρόβλημα του ζευγαριού που επιθυμεί ένα παιδί και είναι επενδυμένο με κοινωνικές προσδοκίες για να αναπαραχθεί βιολογικά και να αναλάβει γονεϊκό ρόλο, όμως αδυνατεί να τεκνοποιήσει. Υπό τις συγκεκριμένες αυτές κοινωνικές συνθήκες, η υιοθεσία εμπεριέχει ένα στοιχείο κοινωνικού εξαναγκασμού προς επίλυση του προβλήματος. Το στοιχείο αυτό, στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται ότι επηρεάζει καθοριστικά τη συναισθηματική κατάσταση και την πορεία ζωής των ατόμων που εμπλέκονται σ’ αυτή.