ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων έχει γίνει μεγάλη πρόοδος στη μελέτη της φροντίδας των παιδιών που αναγκάζονται να ζουν μακρυά από τις οικογένειές τους (ιδρύματα, ανάδοχες οικογένειες, κ.λπ.).
Τα Βασικά συμπεράσματα από τις μελέτες αυτές είναι:
- Η ικανοποιητική κάλυψη των φυσικών αναγκών δεν είναι επαρκής για να εξασφαλίσει την ικανοποιητική κοινωνική και νοητική ανάπτυξη.
- Η ιδρυματική εμπειρία στην παιδική ηλικία μπορεί να έχει ολέθρια και μακρόχρονα αποτελέσματα στη συμπεριφορά και την ψυχική υγεία του ατόμου.
- Πολλά από τα παιδιά που εισάγονται στα ιδρύματα, θα μπορούσαν να παραμείνουν στα σπίτια τους αν η Πολιτεία διέθετε αποτελεσματικές και επαρκείς υπηρεσίες.
Αν και τα ευρήματα αυτά είναι καλά τεκμηριωμένα σε ερευνητικά αποτελέσματα, δεν έχουν γίνει ακόμα πράξη, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλά αναπάντητα επιστημονικά ερωτήματα (4).
Μελετώντας τα αποτελέσματα των πρώτων εμπειριών στη συμπεριφορά των παιδιών ο Rutter (1981) έθεσε το εξής ερώτημα: “τα παιδιά που μεγάλωσαν σε ιδρύματα στερούνται στοιχειωδών κοινωνικών ικανοτήτων ή έχουν μάθει τρόπους συμπεριφοράς που είναι προσαρμοσμένοι στο περιβάλλον του ιδρύματος, αλλά είναι δυσλειτουργικοί σε άλλα περιβάλλοντα;” (12).
Συνεργατική έρευνα του Ι.Υ.Π. και του Κέντρου Βρεφών “Η ΜΗΤΕΡΑ” (1979-1984) για την ιδρυματική περίθαλψη παιδιών στην Ελλάδα κάλυψε με επιτόπια επίσκεψη όλα τα ιδρύματα της χώρας, που περιθάλπουν παιδιά έως 19 χρόνων, παιδιά φυσιολογικά και παιδιά με σωματικές ή ψυχικές αναπηρίες. Η έρευνα ασχολήθηκε με τις επιπτώσεις της ιδρυματικής ζωής στην ψυχονοητική εξέλιξη και στη συμπεριφορά των παιδιών (8).