Από τον περασμένο αιώνα παρατηρείται διεθνώς μια διευρυνόμενη αίσθηση ευθύνης από όλα σχεδόν τα κράτη, για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου ευημερίας για όλους τους πολίτες, μια αυξανόμενη ποικιλία προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας, με την αντίστοιχη αύξηση των δαπανών για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών του πληθυσμού. Το Κράτος Πρόνοιας -παρά τις κριτικές που γίνονται τόσο για τη χρησιμότητα όσο και την αποτελεσματικότητά του, είναι μέρος της σημερινής κοινωνίας των αναπτυγμένων τουλάχιστον χωρών (New York Times 1981:Ε3), (Εκλογή 1985, αρ. 68:130).
Στην τελευταία δεκαετία είναι γνωστό ότι παρατηρείται μια τάση κάμψης των δαπανών για προγράμματα κοινωνικής προστασίας ιδίως στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι όμως δύσκολο να προβλέψουμε για πόσο καιρό θα συνεχιστεί αυτό το φαινόμενο ή να ερμηνεύσουμε με βεβαιότητα τα κοινωνικά και οικονομικά αίτια αυτής της μείωσης στη χρηματοδότηση κοινωνικοπρονοιακών προγραμμάτων.
Στην χώρα μας η συνεχής ανάπτυξη προγραμμάτων υγείας, πρόνοιας, ψυχικής υγιεινής, κοινωνικής κατοικίας, η σύσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και η μελετώμενη εθνική σύνταξη σαφώς οδηγούν στην εδραίωση ενός Κράτους Πρόνοιας, όπως άλλωστε έχει επίσημα εξαγγείλει η Κυβέρνηση. Η αυξανόμενη λήψη μέτρων κοινωνικής προστασίας - με την ευρύτερη έννοια του όρου, επιβάλλει την συστηματική εξέτασή τους μέσα από το πρίσμα της Επιστήμης της Κοινωνικής Πολιτικής. Μια τέτοια θεώρηση μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε σε τι βαθμό οι διάφορες δραστηριότητες κοινωνικής μέριμνας εντάσσονται σε ένα ευρύτερο, ολοκληρωμένο και επιστημονικά θεμελιωμένο πλαίσιο άσκησης κοινωνικής πολιτικής από το κράτος.