α) ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα (Π.Κ.) εγκληματίας αλήτης θεωρείται εκείνος που στερείται των μέσων συντήρησης από φυγοπονία ή εξαιτίας ροπής του προς την άτακτη ζωή και περιπλανάται στη χώρα ή περιφέρεται σε κάποιον τόπο χωρίς να έχει μόνιμο κατάλυμα (βλ. αρθ. 408 Π.Κ.).
Φυγόπονος θεωρείται εκείνος που αποφεύγει και αποστρέφεται την εργασία γιατί δεν θέλει να εργασθεί και όχι γιατί δεν μπορεί ή δεν βρίσκει εργασία, (βλ. ΚΟΝΤΑΞΗΣ 1987, σ. 2250).
Η αλητεία συνδέεται κατά κανόνα άμεσα με την επαιτεία. Εγκληματίας επαίτης ορίζεται εκείνος ο οποίος από φυγοπονία ή από φιλοχρηματία ή κατά συνήθεια επιδιώκει την ελεημοσύνη των άλλων (βλ. αρθ. 407 Π.Κ.).
Από τα τέλη του περασμένου αιώνα οι εγκληματίες επαίτες και αλήτες αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία εγκληματιών. Τότε αλλά και σήμερα ακόμη θεωρούνται ότι ανήκουν στην κατηγορία των εγκληματιών που διαπράττουν αξιόποινες πράξεις από έξη, συνήθεια ή επάγγελμα. Ωστόσο επικράτησε η άποψη ότι οι επαίτες και αλήτες — καθώς και πόρνες παλαιότερα — αποτελούν ιδιαίτερη "ομάδα εγκληματιών" επειδή η περίπτωσή τους χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι δεν απαιτείται κατ' επανάληψη διάπραξη κάποιου εγκλήματος στο παρελθόν ή και στο παρόν αλλά αυτό που αποδοκιμάζεται είναι μόνο ο τρόπος που ζουν. Η αποδοκιμασία αυτή έχει τις ρίζες της στην αντίληψη ότι τα φυγόπονα άτομα, καθώς και εκείνα που ρέπουν σε άτακτη ζωή παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες για διάπραξη εγκλήματος (βλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ 1985, σελ. 251 επ.). Για εκείνο δηλαδή που αποδο- κιμάζονται και απειλούνται με ποινή οι φυγόπονοι αλήτες δεν είναι κάποια συγκεκριμένη πράξη τους, αλλά η επικινδυνότητά τους, μ’ άλλα λόγια "η προσωπικότητά τους αυτή που είναι" (ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ 1985, σ. 252 βλ. επίσης σχετικά: ΜΠΑΚΑΤΣΩΥΛΑΣ 1944, ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ 1966).
Ο λόγος για το αξιόποινο της αλητείας — σύμφωνα με τη νομική σκέψη — απορρέει από την αναγκαιότητα αντιμετώπισης του κινδύνου που δημιουργεί αυτή στην οικονομική ζωή και την έννομο ασφάλεια της χώρας με ποινικά μέσα (βλ. ΒΑΒΑΡΕΤΟΣ 1980, σελ. 1332).
Με την έλλειψη μέσων συντήρησης νοούνται νόμιμα μέσα. Δεν είναι νόμιμα, όταν αυτά προέρχονται από εγκλήματα όπως π.χ. κλοπή, επαιτεία.
Αυτός που δεν στερείται τα μέσα συντήρησης και περιπλανάται από τόπο σε τόπο δεν θεωρείται αλήτης αλλά τουρίστας.
Δεν θεωρείται επίσης αλήτης αυτός που περιφέρεται σε κάποιον τόπο εφ’ όσον έχει μόνιμο κατάλυμα σ’ αυτόν. Απαιτείται συχνή αλλαγή της προσωρινής διαμονής χωρίς δικαιολογημένη αιτία για να θεωρηθεί κανείς αλήτης.
Τα χρησιμοποιούμενα για την περιπλάνηση μέσα είναι αδιάφορα.
Οι έννοιες της φυγοπονίας και της ροπής προς άτακτη ζωή, είναι έννοιες νομικές (βλ. σχετικά: ΒΑΒΑΡΕΤΟΣ 1980, σελ. 1332 επ., ΚΟΝΤΑΞΗΣ 1987, σελ. 2251 επ.).
Ιστορικά, πολύ πριν εμφανισθεί η έννοια του μέτρου ασφαλείας στις νομοθεσίες διαφόρων κρατών βρίσκει κανείς τρόπους αντίδρασης κατά των αλητών και επαιτών που μοιάζουν μ’ αυτά που σήμερα ονομάζονται μέτρα ασφαλείας. Ήδη τον 17ο αιώνα λειτουργούσαν στην Ολλανδία ιδρύματα για φυγόπονους τα S ρ i η h u i s για γυναίκες και τα Rasphuis για άνδρες, όπου οι τρόφιμοι ασχολούνταν κυρίως με την ύφανση.
O ναπολεόντειος Κώδικας του 1810 ποινικοποιεί την αλητεία και επαιτεία και επιβάλλει το κλείσιμο των καταδικασθέντων σε ειδικό κατάστημα. Η Ισπανία καθιερώνει το 1933 τον νόμο V a g ο s y malleantes που προβλέπει το εγκλεισμό των φυγόπονων σε κατάστημα εργασίας ή σε αγροτική αποικία και συνιστά μέτρο ασφαλείας ante delictum, γιατί ο εγκλεισμός μπορεί να γίνει ανεξάρτητα αν έχει διαπραχθεί έγκλημα ή όχι. Τον εγκλεισμό σε καταστήματα εργασίας προβλέπουν και οι Ποινικοί Κώδικες της Ελβετίας και Δανίας, υπό την προϋπόθεση όμως διάπραξης εγκλήματος που μπορεί να αποδοθεί στην φυγοπονία του δράστη. Προς αυτή την κατεύθυνση προσανατολίζεται και ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας (βλ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ 1985, σελ. 140).
Συγκεκριμένα στη χώρα μας ο ποινικός νόμος του 1834 τιμωρούσε ως πταίσματα την φυγοπονία, την επαιτεία, την αγυρτεία και την γοητεία (αρθ. 661-666 Π.Ν. 1834). Το 1919 δημοσιεύθηκαν οι νόμοι 1681 "περί αλητείας και επαιτείας" και 1682 "περί προστασίας των εις επαιτείαν, αλητείαν κ.λ.π. έκδοτων ανηλίκων" που επέφεραν αναμόρφωση στο προηγούμενο ποινικό καθεστώς. Με την ψήφιση του ποινικού κώδικα του 1929 το κεφ. ΚΕ’ του ειδικού μέρους περιέλαβε διατάξεις για την "Επαιτεία και Αλητεία" παρ’ ότι στην αιτιολογική έκθεση του Νομοσχεδίου θεωρήθηκε ότι οι προηγούμενοι νόμοι αφ' ενός μεν είχαν "παρακολουθήσει τάς νεωτέρας επί των δι’ αυτών ρυθμιζομένων θεμάτων αντιλήψεις εις τρόπον ώστε να μη χρήζωσιν αναθεωρήσεως" και αφετέρου είχαν "διαμορφώσει ίδιον όλως σύστημα ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων σχετιζόμενον ιδίως προς την λειτουργίαν του δια τους επαίτας και αλήτας ασύλου και την αναγκαστικήν των εν τούτω παραμονήν, εις τρόπον ώστε να μη είναι εφικτή η εν τώ Ποινικώ Κώδικι συνύφανσις αυτών" (Αιτ. Εκθ. Σχ. Π.Κ. 1929: Επαιτεία-Αλητεία. βλ. ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ 1985, σελ. 252).
β) ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ (ψυχολογική και κοινωνιολογική) ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ.