Είναι κοινώς αποδεκτό πως η ύπαρξη κοινωνιών, στις οποίες συνδιαλέγονται κοινότητες με διαφορετικές προελεύσεις, πολιτισμούς και παραδόσεις, δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Και αυτό, διότι από καταβολής κόσμου, καθώς ο άνθρωπος αναζητούσε ευνοϊκότερους τρόπους επιβίωσης, σημειώνονταν μεγάλες πληθυσμιακές μετακινήσεις που μετέβαλλαν τη μορφή του κοινωνικού χώρου. Παρατηρώντας τη σημαντική θέση που καταλαμβάνει σήμερα στην ατζέντα των σύγχρονων ευρωπαϊκών χωρών το μεταναστευτικό ζήτημα, καθίσταται πλέον αναγκαίο να εκφραστεί με δυναμικό και συγκροτημένο τρόπο μια νέα αντίληψη για τη διαχείριση της μεταναστευτικής πραγματικότητας που θα βασίζεται στις αρχές της ανεκτικότητας και της αλληλεγγύης, θα προωθεί αξίες όπως αυτή της διαφορετικότητας και της ποικιλομορφίας, αναγκαίες προϋποθέσεις για την αμοιβαία κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων που φέρει κάθε πληθυσμιακή ομάδα εντός της κοινότητας.
Ο 20ός αιώνας ήταν αυτός που χαρακτηρίστηκε ως «ο αιώνας της μετανάστευσης» διότι στη διάρκειά του σημειώθηκαν οι σημαντικότερες αλλαγές στις συνθέσεις των πληθυσμών. Και ενώ στους κόλπους των δυτικών κοινωνιών, η μετανάστευση αντιμετωπίστηκε αρχικά ως μια φυσιολογική πρακτική, στη συνέχεια οι μετακινούμενοι πληθυσμοί (μετανάστες, πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο) γίνονταν σταδιακά αποδέκτες — σε συνδυασμό με ευρύτερα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα — συμπεριφορών άνισης αντιμετώπισης και μεταχείρισης, μικρότερης ή μεγαλύτερης έντασης και συχνότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα μέλη των πληθυσμιακών αυτών ομάδων να αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας καθώς ενισχύονταν τάσεις που τους διατηρούσαν σε μια χαμηλότερη κοινωνική θέση, στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, με σοβαρές επιπτώσεις για τη συνοχή των ίδιων των χωρών και των κοινοτήτων.
Στην προσπάθεια να θεραπευτούν τα γενεσιουργό αίτια αρνητικών κοινωνικών φαινομένων, σαν κι αυτό που περιγράφουμε, μελέτες έχουν δείξει κατά καιρούς πως η εφαρμογή δράσεων που προωθούν την ανάπτυξη δεσμών και συνεργατικών σχέσεων μεταξύ του ντόπιου πληθυσμού και των αλλοδαπών είναι ίσως αποτελεσματικότερη πρακτική για τη διαχείριση του ζητήματος του αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης, επειδή καθιστούν ευκολότερη τη στήριξη των κοινωνικά αποκλεισμένων και μειώνουν αισθητά τις εντάσεις στους κόλπους της κοινότητας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διευκολύνονται διαδικασίες που ισχυροποιούν τους κοινωνικούς δεσμούς του ατόμου με το περιβάλλον του, την ουσιαστική επικοινωνία και ανταλλαγή ανάμεσα στα άτομα και την κοινότητα.