Η Κοινωνική Εργασία συνιστά μια εφαρμοσμένη κοινωνική επιστήμη, η οποία μέσω μιας ουμανιστικής, μεθοδολογικά άρτιας στρατηγικής υπηρετεί την πραγμάτωση της κοινωνικής δικαιοσύνης, τη χειραφέτηση, την αλλαγή και το ευ ζειν, όπως αυτά ορίζονται στο εκάστοτε πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου ασκείται. Διαμορφώνεται και εξελίσσεται στο πλαίσιο της ιστορίας, της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης και του πολιτισμού κάθε μιας χώρας, καθώς και των εξελίξεων που επιφέρει σε αυτήν, η διαρκής κοινωνική μεταβολή και η υιοθετούμενη για τη ρύθμιση της κοινωνική πολιτική. Η κοινωνική εργασία συνδιαλέγεται και παρεμβαίνει στη δυναμική σχέση αλληλεπίδρασης, που αναπτύσσεται ανάμεσα στους συμβαλλόμενους με την πρακτική της (άτομα, ομάδες, κοινότητες) και τις μεταβαλλόμενες συνθήκες, που λαμβάνουν χώρα στο περιβάλλον τους. Κύρια χαρακτηριστικά και των δυο, της αλληλεπίδρασης και του περιβάλλοντος, είναι η ρευστότητα, η αστάθεια, η αλλαγή και η κινητικότητα σε όλες τις εν δυνάμει μορφές τους, τα οποία γίνονται όλο και πιο σύνθετα και πολύπλοκα λόγω της μεγέθυνσης του περιβάλλοντος και της ποικιλίας των αλληλεπιδράσεων, που έχει επιφέρει η παγκοσμιοποίηση.
Η παγκοσμιοποίηση έχει ασκήσει σημαίνουσα επίδραση και στην πρακτική της κοινωνικής εργασίας, διαχρονικές θεωρήσεις της δοκιμάζονται ηχηρά υπό το βάρος της υπερεκμετάλλευσης του ανθρώπου και του πλανήτη, των υπερεθνικών συγκεντρώσεων πλούτου, των απρόσωπων διοικήσεων και των of shore φαντασμάτων, που εξυφαίνουν πολύσημες κρίσεις. Η αποπροσωποποίηση εκείνων που κερδίζουν και εκείνων που πλήττονται από την κρίση, έχει συμβάλει στην όξυνση της φτώχειας και της βίας) και στην επιτάχυνση εκρηκτικών διαστάσεων στις μορφές αποκλεισμού και περιθωριοποίησης. Οξείες ανάγκες επιβίωσης, νέα κοινωνικά προβλήματα, όπως το εμπόριο ανθρώπων, η καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά και αλλαγές στην παροχή υπηρεσιών, και στις εργασιακές σχέσεις των ίδιων των επαγγελματιών κοινωνικών λειτουργών, απαίτησαν/απαιτούν την ανάπτυξη μορφών θεωρίας και πράξης ειδικευμένων κατά τόπους (Dominelli, 2010) και καθιέρωση ολιστικών παρεμβάσεων, οι οποίες θα εγκλείουν και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος (Mosher, 2010).