Ο αθλητισμός αποτελεί ένα βασικό θεσμό του ελεύθερου χρόνου και αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών. Η ραγδαία εξάπλωση και η εμπορευματοποίηση των σπορ στη μεταπολεμική περίοδο συνδέθηκε με την ανάδυση του φαινόμενου της βίας στους αθλητικούς χώρους, σε ορισμένα δημοφιλή αθλήματα, όπως είναι το ποδόσφαιρο και προσέλκυσε το ενδιαφέρον των ΜΜΕ και των κοινωνικών επιστημόνων που ασχολούνται με το πεδίο του αθλητισμού. Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται μια κοινωνιολογική προσέγγιση του φαινόμενου που προσπαθεί να το συνδέσει τόσο με ευρύτερες κοινωνικές δομές και αλλαγές όσο και με πολιτισμικές διαστάσεις που αφορούν τις σύγχρονες μορφές ανάπτυξης του ποδοσφαίρου και τη συγκρότηση ιδιαίτερων πολιτισμικών προτύπων (patterns) και μηχανισμών κοινωνικής αλληλόδρασης στις κοινότητες των φανατικών οπαδών.
Αξιοποιώντας αναφορές από τη θεωρητική συζήτηση για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τη κοινωνιογέννηση του φαινομένου και πραγματολογικό υλικό από την ελληνική εμπειρία για τη φαινομενολογία των παραβατικών συμπεριφορών στην περίοδο 1996-2002, η μελέτη προσπαθεί να διερευνήσει το πλαίσιο των δυνητικών πολιτικών αντιμετώπισης του φαινομένου και να θέσει ορισμένους ευρύτερους ερμηνευτικούς προβληματισμούς. Ξεκινώντας από μια θεωρητική παραδοχή που υποστηρίζει ότι οι κατασταλτικές πολιτικές ελέγχου και επιτήρησης των φανατικών οπαδών από την πλευρά των διωκτικών μηχανισμών δεν αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά αλλά ενδεχομένως ενισχύουν την ένταση του φαινομένου, διερευνούμε την προοπτική της διαμόρφωσης ενός κοινωνικού δικτύου αντιμετώπισης του που θα βασίζεται στην αλληλοκατανόηση και τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων