Tο ξεκίνημα της νέας χιλιετίας, το 2001, έτος αφιερωμένο από τον ΟΉ.Ε. στον Εθελοντισμό, σηματοδότησε την παγκόσμια καταξίωση της εθελοντικής εργασίας, θέτοντας τους ακόλουθους στόχους:
• Προώθηση της ιδέας του Εθελοντισμού.
• Αναγνώριση της σπουδαιότητας της Εθελοντικής προσπάθειας.
• Διευκόλυνση της όποιας Εθελοντικής δράσης.
• Επικοινωνία μεταξύ των Εθελοντικών Οργανώσεων.
• Δυνατότητα συμμετοχής όλων των ενδιαφερομένων στον Εθελοντισμό χωρίς διακρίσεις.
Ο εθελοντισμός αποτελεί κοινωνική προσφορά καθώς ενισχύει τη συνοχή των κοινωνιών δημιουργώντας εμπιστοσύνη και αμοιβαιότητα μεταξύ των πολιτών.
Παρόλο που μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '90 στη χώρα μας υπήρχε ένας αρκετά μεγάλος κατάλογος εθελοντικών οργανώσεων και συλλόγων, πολύ λίγοι από αυτούς παρείχαν ουσιαστικές υπηρεσίες και ακόμα λιγότεροι λειτουργούσαν παρέχοντας εκπαίδευση και πιστοποίηση στα μέλη τους για τον τρόπο άσκησης του έργου τους, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις απέναντι στον εξυπηρετούμενο, την οργάνωση που εκπροσωπούσαν και την ομάδα των εθελοντών στην οποία ανήκαν.
Πολλές φορές η συνεργασία με τους επαγγελματίες ήταν δυσχερής ή και ανύπαρκτη και άλλοτε επικρατούσε η άποψη (κυρίως στους εθελοντές) ότι αποτελούν δωρεάν εργατικό δυναμικό, ενώ στους επαγγελματίες ότι οι εθελοντές απομυζούν τις δυνάμεις τους στην εποπτεία, δεν αποτελούν αξιόπιστο συνεργάτη λόγω της χαλαρής δέσμευσης, ενώ παράλληλα η πολιτεία προσπαθεί να συμπληρώσει τις ελλείψεις σε επαγγελματικό προσωπικό με εθελοντές. H πόλωση αυτή εμπόδιζε και τα δύο μέρη από την εκπλήρωση του κοινού σκοπού που δεν είναι άλλος από την προαγωγή της ποιότητας ζωής: